12/9/10
Αμηχανία
Δύο απ' τις πιο αγαπημένες μου σύγχρονες μπάντες παρέδωσαν πρόσφατα στο κοινό τις νέες τους δουλειές. Πρόκειται για τους National και τους Interpol. Η αλήθεια είναι πως μέχρι τώρα που γράφονται αυτές οι λέξεις έχω ακούσει μία μόνο φορά το δίσκο των Interpol -είναι και ο πιο πρόσφατος των δύο- και λίγες μόνο παραπάνω αυτόν των National. Δεν είναι ότι απογοητεύτηκα ή ότι ξενέρωσα μ' αυτές τις κυκλοφορίες. Απλώς περίμενα κάτι που θα με άγγιζε περισσότερο. Υπόσχομαι να ασχοληθώ τις επόμενες μέρες αρκετά, με πολλές ακροάσεις και ψάξιμο, ώστε να σας τους παρουσιάσω σύντομα.
9/9/10
coraline/ fantastic mr. fox
Το τελευταίο διάστημα η Ματίνα με τροφοδότησε με κάποιες ταινίες, προσωπικές της αδυναμίες, που είδα με σκοπό να κατανοήσω περισσότερο το γούστο της, από περιέργεια αλλά και για το ψυχαγωγικό της υπόθεσης. Τελικώς η περιέργεια δεν σκότωσε τη γάτα. Ούτε καν δηλαδή, αφού πέρασα όμορφες ώρες, γεμάτες απ' αυτό το συναίσθημα που δύνανται να σου παρέξουν μονάχα οι ταινίες εκείνες που θεωρούνται της προτίμησής σου. Κι η αλήθεια είναι πως δεν θεωρούσα και ποτέ δεν θα το έλεγα μέχρι προσφάτως ότι είναι του γούστου μου οι stop-motion ταινίες. Δεν είναι ότι τις θεωρούσα παιδικές. Αυτό θα συνιστούσε παιδαριώδες ατόπημα. Απλώς είχα σχηματίσει την επιπόλαιη εντύπωση πως, παρακολουθώντας κάποια ταινία του είδους, δεν θα συγκινούνταν οι αισθήσεις μου όπως με τις "συμβατικές". Επλανώμην πλάνην οικτράν, λοιπόν! Για του λόγου το αληθές, αφιερώνω απόψε Δευτέρα προς Τρίτη χρόνο και ενέργεια, για να γράψω δυο -ή και περισσότερα- λόγια για τις ταινίες αυτές...
Αρχής γενομένης με τη δεσποινίδα Coraline Jones. Ποια είν' αυτή; Πρόκειται για μια αξιαγάπητη πιτσιρίκα κάπου στα παράξενα χρόνια στο τσακ πριν σκάσει μύτη η εφηβεία με τα δικά της κόλπα. Η εν λόγω ηρωίδα μετακομίζει σε ένα καινούριο σπίτι, μίλια μακριά από τους φίλους της, οι οποίοι φυσικά της λείπουν αρκετά. Το νέο της περιβάλλον συντίθεται από τους μόνιμα απασχολημένους με τις δικές τους ασχολίες γονείς της, μία σειρά εκκεντρικών γειτόνων, ένα ιδιαίτερο ομήλικό της αγόρι που σταδιακά εξελίσσεται στο μοναδικό της φίλο και ένα άκρως ατμοσφαιρικό χωρικό πλαίσιο (ένα παλιό σπίτι που κρύβει μυστικά και μία φύση που είναι παρούσα στις πιο ταιριαστές εκφάνσεις για ένα εφηβικό θρίλερ φαντασίας). Η μικρούλα μας, δυσαρεστημένη απ' την αδιαφορία των γονιών της και βαριεστημένη απ' τη μοναξιά που βιώνει στο νέο της σπίτι, ανακαλύπτει μία μικρή πόρτα, η οποία δεν πρέπει να ανοιχθεί από κανέναν. Η περιέργειά της την οδηγεί να παρακάμψει κάθε φόβο και σύσταση, οπότε και οδηγείται σ' έναν άλλο κόσμο, όμοιο εκ πρώτης όψεως με το δικό της αλλά και πολύ διαφορετικό. Αρχικά όλα μοιάζουν ρόδινα, σαν να εκπληρώνονται όλα της τα όνειρα. Η πραγματικότητα όμως την προσγειώνει σ' έναν εφιάλτη, απ' όπου ξεφεύγει με τα χίλια ζόρια. Δεν σας είπα πως στην άλλο αυτό κόσμο όλα είναι ρέπλικες του δικού της στην καλύτερη δυνατή τους εκδοχή. Το ίδιο και οι γονείς τους. Τελικά όμως αποδεικνύεται πως οι προθέσεις τους είναι κακές, αφού επιθυμούν να την κρατήσουν για πάντα εκεί, στη δική τους πλευρά, και να την "αλλάξουν" παρά τη θέλησή της...
Πρόκειται για μια δημιουργία του Henry Selick (Nightmare before Christmas) με την τεχνική του stop-motion (η κίνηση πραγματώνεται μέσω της προβολής μιας σειράς εικόνων-καρέ) και γυρίστηκε σε 3D. Ο σκηνοθέτης της κατορθώνει να δώσει μια αρκετά "αναρχική", σουρεαλιστική εικόνα του βιβλίου του Neil Gaiman, στο οποίο βασίζεται το Coraline. Συνήθως τέτοιες ταινίες ελκύουν το θεατή κυρίως με την αισθητική τους, κι όχι τόσο λόγω της ενδιαφέρουσας ιστορίας ή της συναρπαστικης πλοκής. Στην περίπτωσή μας όμως και η αισθητική της ταινίας είναι υπέροχη, με πραγματικά εντυπωσιακότατες εικόνες αλλά και συνολικότερα με προσοχή στην παραμικρή λεπτομέρεια, μα και η ιστορία της είναι καλή. Δύο οι άξονές της, που συμπλέκονται και μας ανοίγουν μια δίοδο για τον κόσμο της Coraline Jones. Απ' τη μία η σχέση της νεαρής ηρωίδας με τους γονείς της κι απ' την άλλη η ίδια η Coraline, εφόσον δίνεται μεγάλη βαρύτητα στο χαρακτήρα της. Πρόκειτα για μια κοπέλα σε διαρκή σύγχυση, που καλείται απ' την ηλικία της, απ' τις καταστάσεις, απ' την επερχόμενη εφηβεία, να ικανοποιήσει την περιέργειά της, να εξερευνήσει τον εξωτερικό και τον εσωτερικό της κόσμο, να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες, να ατσαλωθεί απ' αυτές και να δείξει το απαραίτητο θάρρος μπρος σε ό,τι επιχειρεί να εκμεταλλευτεί αυτή τη ρευστή συναισθηματική και πνευματική της μετάβαση απ' την παιδική στην εφηβική ηλικία. Τελικώς, η ταινία ίσως να λειτουργεί -γενικεύοντας φυσικά- και καθ' αυτόν τον τρόπο. Ως η ιστορία κάθε νέου που περνά αυτή την περίεργη μεταβατική φάση και βγαίνει αλώβητος. Συμπερασματικά, μια αξιοπρόσεκτη ταινία, που ναι μεν δεν απογειώνεται στο φινάλε, μα δεν παύει να ικανοποιεί συνολικά -τουλάχιστον το γράφοντα.
Κι αν το Coraline αποτελεί ένα εφηβικό θρίλερ φαντασίας που μπορεί να προσελκύσει και μεγαλύτερες ηλικίες, το Fantastic Mr. Fox διαθέτει μια απλούστατη παιδική ιστορία με φινίρισμα που δεν θα συγκινήσει τους μικρούς μας φίλους. Μπέρδεμα; Για τους παραγωγούς που πλήρωσαν για την ταινία του Γουές Άντερσον ίσως, για εμάς ούτε καν. Τουναντίον, ο σκηνοθέτης του αγαπημένου του γράφοντος "Οικογένεια Τενεμπάουμ" τα κατάφερε άριστα. Έστησε μια ταινία stop-motion ρέτρο αισθητικής (χρησιμοποιήθηκαν 15 καρέ-στριπάκια ώστε η κίνηση στην ταινία να μην είναι ομαλή αλλά σπαστή!) διασκεδαστική και γεμάτη θετική διάθεση. Στη διάθεσή του είχε δυο σημαντικά όπλα: το σενάριο που βασίζεται σε βιβλίο του Ρόαλντ Νταλ (παιδικός ήρωας του γράφοντος και απ' τους καλύτερους παιδικούς συγγραφείς) και την πλειάδα γνωστών ηθοποιών που δάνεισαν τις φωνές τους στους ήρωες της ταινίας. Πρόκειται πιθανότατα για το καλύτερο -από πλευράς ονομάτων- voicing cast σε τέτοιου είδους δημιουργία, καθώς συγκεντρώνει μεταξύ άλλων τους George Clooney, Meryl Streep, Willem Dafoe, Bill Murray, Owen Wilson, Adrien Brody, Jarvis Cocker (!!!)... Στα της ιστορίας τώρα, ο κύριος Fox είναι ένας πρώην κλεφτοκοτάς (και κλεφτοκοτοπουλάς άμα λάχει) και νυν καλός οικογενειάρχης και δημοσιογράφος. Η φύση του όμως, αυτή του άγριου ζώου, και τα ένστικτα του, που του υπαγορεύουν την επιστροφή στις προγενέστερες συνήθειές, βάζουν σε μπελάδες την οικογένειά του αλλά και τα υπόλοιπα ζώα της περιοχής. Τελικώς, βέβαια, η αναμέτρηση με τους τρεις εχθρικούς γαιοκτήμονες κι επιχειρηματίες της περιοχής έχει ως νικητές την αλεπού της ιστορίας μας και τα υπόλοιπα αξιαγάπητα ζωάκια. Έξυπνες σκηνές, κοφτεροί διάλογοι, καλό χιούμορ που βγάζει γέλιο κάποιες στιγμές συνθέτουν μια ταινία που δικαίως κέρδισε μια υποψηφιότητα για όσκαρ. Λίγο χαλάνε το αποτέλεσμα τα διάφορα, διάσπαρτα, ηθικά διδάγματα, τα οποία προσπαθεί όπως-όπως να κουκουλώσει ο Άντερσον.
Αρχής γενομένης με τη δεσποινίδα Coraline Jones. Ποια είν' αυτή; Πρόκειται για μια αξιαγάπητη πιτσιρίκα κάπου στα παράξενα χρόνια στο τσακ πριν σκάσει μύτη η εφηβεία με τα δικά της κόλπα. Η εν λόγω ηρωίδα μετακομίζει σε ένα καινούριο σπίτι, μίλια μακριά από τους φίλους της, οι οποίοι φυσικά της λείπουν αρκετά. Το νέο της περιβάλλον συντίθεται από τους μόνιμα απασχολημένους με τις δικές τους ασχολίες γονείς της, μία σειρά εκκεντρικών γειτόνων, ένα ιδιαίτερο ομήλικό της αγόρι που σταδιακά εξελίσσεται στο μοναδικό της φίλο και ένα άκρως ατμοσφαιρικό χωρικό πλαίσιο (ένα παλιό σπίτι που κρύβει μυστικά και μία φύση που είναι παρούσα στις πιο ταιριαστές εκφάνσεις για ένα εφηβικό θρίλερ φαντασίας). Η μικρούλα μας, δυσαρεστημένη απ' την αδιαφορία των γονιών της και βαριεστημένη απ' τη μοναξιά που βιώνει στο νέο της σπίτι, ανακαλύπτει μία μικρή πόρτα, η οποία δεν πρέπει να ανοιχθεί από κανέναν. Η περιέργειά της την οδηγεί να παρακάμψει κάθε φόβο και σύσταση, οπότε και οδηγείται σ' έναν άλλο κόσμο, όμοιο εκ πρώτης όψεως με το δικό της αλλά και πολύ διαφορετικό. Αρχικά όλα μοιάζουν ρόδινα, σαν να εκπληρώνονται όλα της τα όνειρα. Η πραγματικότητα όμως την προσγειώνει σ' έναν εφιάλτη, απ' όπου ξεφεύγει με τα χίλια ζόρια. Δεν σας είπα πως στην άλλο αυτό κόσμο όλα είναι ρέπλικες του δικού της στην καλύτερη δυνατή τους εκδοχή. Το ίδιο και οι γονείς τους. Τελικά όμως αποδεικνύεται πως οι προθέσεις τους είναι κακές, αφού επιθυμούν να την κρατήσουν για πάντα εκεί, στη δική τους πλευρά, και να την "αλλάξουν" παρά τη θέλησή της...
Πρόκειται για μια δημιουργία του Henry Selick (Nightmare before Christmas) με την τεχνική του stop-motion (η κίνηση πραγματώνεται μέσω της προβολής μιας σειράς εικόνων-καρέ) και γυρίστηκε σε 3D. Ο σκηνοθέτης της κατορθώνει να δώσει μια αρκετά "αναρχική", σουρεαλιστική εικόνα του βιβλίου του Neil Gaiman, στο οποίο βασίζεται το Coraline. Συνήθως τέτοιες ταινίες ελκύουν το θεατή κυρίως με την αισθητική τους, κι όχι τόσο λόγω της ενδιαφέρουσας ιστορίας ή της συναρπαστικης πλοκής. Στην περίπτωσή μας όμως και η αισθητική της ταινίας είναι υπέροχη, με πραγματικά εντυπωσιακότατες εικόνες αλλά και συνολικότερα με προσοχή στην παραμικρή λεπτομέρεια, μα και η ιστορία της είναι καλή. Δύο οι άξονές της, που συμπλέκονται και μας ανοίγουν μια δίοδο για τον κόσμο της Coraline Jones. Απ' τη μία η σχέση της νεαρής ηρωίδας με τους γονείς της κι απ' την άλλη η ίδια η Coraline, εφόσον δίνεται μεγάλη βαρύτητα στο χαρακτήρα της. Πρόκειτα για μια κοπέλα σε διαρκή σύγχυση, που καλείται απ' την ηλικία της, απ' τις καταστάσεις, απ' την επερχόμενη εφηβεία, να ικανοποιήσει την περιέργειά της, να εξερευνήσει τον εξωτερικό και τον εσωτερικό της κόσμο, να ανταπεξέλθει στις δυσκολίες, να ατσαλωθεί απ' αυτές και να δείξει το απαραίτητο θάρρος μπρος σε ό,τι επιχειρεί να εκμεταλλευτεί αυτή τη ρευστή συναισθηματική και πνευματική της μετάβαση απ' την παιδική στην εφηβική ηλικία. Τελικώς, η ταινία ίσως να λειτουργεί -γενικεύοντας φυσικά- και καθ' αυτόν τον τρόπο. Ως η ιστορία κάθε νέου που περνά αυτή την περίεργη μεταβατική φάση και βγαίνει αλώβητος. Συμπερασματικά, μια αξιοπρόσεκτη ταινία, που ναι μεν δεν απογειώνεται στο φινάλε, μα δεν παύει να ικανοποιεί συνολικά -τουλάχιστον το γράφοντα.
Κι αν το Coraline αποτελεί ένα εφηβικό θρίλερ φαντασίας που μπορεί να προσελκύσει και μεγαλύτερες ηλικίες, το Fantastic Mr. Fox διαθέτει μια απλούστατη παιδική ιστορία με φινίρισμα που δεν θα συγκινήσει τους μικρούς μας φίλους. Μπέρδεμα; Για τους παραγωγούς που πλήρωσαν για την ταινία του Γουές Άντερσον ίσως, για εμάς ούτε καν. Τουναντίον, ο σκηνοθέτης του αγαπημένου του γράφοντος "Οικογένεια Τενεμπάουμ" τα κατάφερε άριστα. Έστησε μια ταινία stop-motion ρέτρο αισθητικής (χρησιμοποιήθηκαν 15 καρέ-στριπάκια ώστε η κίνηση στην ταινία να μην είναι ομαλή αλλά σπαστή!) διασκεδαστική και γεμάτη θετική διάθεση. Στη διάθεσή του είχε δυο σημαντικά όπλα: το σενάριο που βασίζεται σε βιβλίο του Ρόαλντ Νταλ (παιδικός ήρωας του γράφοντος και απ' τους καλύτερους παιδικούς συγγραφείς) και την πλειάδα γνωστών ηθοποιών που δάνεισαν τις φωνές τους στους ήρωες της ταινίας. Πρόκειται πιθανότατα για το καλύτερο -από πλευράς ονομάτων- voicing cast σε τέτοιου είδους δημιουργία, καθώς συγκεντρώνει μεταξύ άλλων τους George Clooney, Meryl Streep, Willem Dafoe, Bill Murray, Owen Wilson, Adrien Brody, Jarvis Cocker (!!!)... Στα της ιστορίας τώρα, ο κύριος Fox είναι ένας πρώην κλεφτοκοτάς (και κλεφτοκοτοπουλάς άμα λάχει) και νυν καλός οικογενειάρχης και δημοσιογράφος. Η φύση του όμως, αυτή του άγριου ζώου, και τα ένστικτα του, που του υπαγορεύουν την επιστροφή στις προγενέστερες συνήθειές, βάζουν σε μπελάδες την οικογένειά του αλλά και τα υπόλοιπα ζώα της περιοχής. Τελικώς, βέβαια, η αναμέτρηση με τους τρεις εχθρικούς γαιοκτήμονες κι επιχειρηματίες της περιοχής έχει ως νικητές την αλεπού της ιστορίας μας και τα υπόλοιπα αξιαγάπητα ζωάκια. Έξυπνες σκηνές, κοφτεροί διάλογοι, καλό χιούμορ που βγάζει γέλιο κάποιες στιγμές συνθέτουν μια ταινία που δικαίως κέρδισε μια υποψηφιότητα για όσκαρ. Λίγο χαλάνε το αποτέλεσμα τα διάφορα, διάσπαρτα, ηθικά διδάγματα, τα οποία προσπαθεί όπως-όπως να κουκουλώσει ο Άντερσον.
2/9/10
Ο δρόμος της πονηρίας
Δεν είχα καμιά αμφιβολία ότι ο Γιόνας Καζλάουσκας και οι παίχτες του θα έκαναν το σωστό. Ανακουφίστηκα πάντως, διαπιστώνοντας ότι οι Ρώσοι για τους δικούς τους σεβαστούς λόγους επεδίωξαν τη νίκη. Αυτοί ηθικοί ιεροκύρυκες του αθλητικού fair-play κι εμείς στερεοτυπικά φτωχοδιάβολοι που πλησιάζουμε το στόχο δόλια μέσα κατεργαζόμενοι; Δεν θα το' λεγα! Ανατρέχοντας λίγο στα ψιλά των εγχώριων φυλλάδων, πληροφορήθηκα για την άγρια αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει μεταξύ του ομοσπονδιακού προπονητή της Ρωσίας, Ντέιβηντ Μπλατ και των Ρώσων δημοσιογράφων, με αφορμή την κακή εικόνα του αντιπροσωπευτικού τους συγκροτήματος και του δυσοίωνου μέλλοντος που τους περιμένει στη διοργάνωση. Οι λιγοστές γνώσεις μου επίσης αναφορικά με το έμψυχο δυναμικό της ρωσικής ομάδας αρκούν, για να επιβεβαιώσουν -τουλάχιστον στα δικά μου μάτια- το σχεδόν προφανές: η Ρωσία μας νίκησε κι έπαιξε όντως για τη νίκη, όχι επειδή διέπεται από άλλου είδους αξίες (ρομαντικές, στιβαρές... μπλα μπλα μπλα), αλλά γιατί τη ΣΥΜΦΕΡΕΙ τη δεδομένη στιγμή η επιλογής της ηρωικής εξόδου απ' τη σκηνή του φετινού Μουντομπάσκετ, εφόσον δεν είναι φτιαγμένη από μέταλλο υψηλών προδιαγραφών και συνεκδοχικά δεν δικαιούται να ονειρεύεται πορείες, μεγαλεία και διακρίσεις αλλοτινών εποχών.
Εν αντιθέσει με την ομάδα της Ελλάδος η οποία, ναι μεν πραγματοποίησε αποκλειστικά και μόνο τραγικές κι απογοητευτικές εμφανίσεις στην πρώτη φάση της διοργάνωσης στην Άγκυρα διαψεύδοντας τις προσδοκίες που η ίδια είχε καλλιεργήσει με την καθηλωτική απόδοση των φιλικών προετοιμασίας, αλλά δεν έπαψε να διαθέτει τις περγαμηνές για κάτι καλύτερο από μια τιμητική θέση μεταξύ πέμπτης και όγδοης (μία απ' αυτές θα καταλάμβανε, κερδίζοντας το αποψινό παιχνίδι και χάνοντας στον προημιτελικό απ' τις ΗΠΑ τις οποίες θα καλούνταν να αντιμετωπίσει). Ενώ τώρα το μονοπάτι που η ίδια χάραξε με την επιλογή της, αν και δύσβατο, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σε καμία περίπτωση άβατο. Ισπανία και στη συνέχεια Σερβία ή Κροατία διαφέρουν παρασάγγας απ' τον σκόπελο των ΗΠΑ. Η αποδυναμωμένη θριαμβεύτρια της Ιαπωνίας δεν θυμίζει σε τίποτα την ομάδα που με τα χρόνια εξελίχθηκε σε κακό δαίμονα της Ελλάδας, καθώς χωρίς Γκασόλ και Καλντερόν χάνει μπόλικη απ' τη δύναμή της και μάλιστα σε δύο νευραλγικές θέσεις. Το αυτό ισχύει και με το παραπάνω είτε για τη Σερβία είτε -πολύ περισσότερο- για την Κροατία. Έτσι, η λάμψη του μεταλλίου που είχε αρχίσει να χάνεται, αχνοφαίνεται ξανά -δυνητικά όλα αυτά.
Πραγματιστική επιλογή επομένως απ' αυτή τη σκοπιά. Κι αλλιώς όμως, αν ειδωθούν τα πράγματα, πάλι ορθή η απόφαση. Επικοινωνιακά σίγουρα θα βόλευε να ενδυόταν τον περήφανο μανδύα της αθλητικής αξιοπρέπειας, κατεβαίνοντας στον αγώνα για τη νίκη και διατυμπανίζοντας ότι δεν δειλιάζει μπρος σε οποιονδήποτε αντίπαλο, μα κι ότι της αρμόζει να μάχεται μόνο και πάντοτε για τη νίκη. Καλά όλα αυτά αλλά δυστυχώς ασύμβατα με τη σημερινή εικόνα της ομάδας. Ίσως η ομάδα του Βελιγραδίου που κατέκτησε το Ευρομπάσκετ ή αυτή της Σαϊτάμα που κατετάγη δεύτερη στον κόσμο να μπορούσε να αναπτύσσει τέτοια ρητορική (ενδεή ουσίας πάντως) και να την υποστήριζε κιόλας. Τη δεδομένη χρονική στιγμή όμως κάτι τέτοιο θα ήταν πραγματικά αυτοκαταστροφικό, αφού όλοι λίγο πολύ καταλαβαίνουμε πως θα βρίσκαμε σε τοίχο αδιαπέραστο απέναντι στις ΗΠΑ. Οπότε τι; Δυνατότητα διάκρισης και όνειρα μεταλλίου ή προσήλωση στο όποιο fair-play;
Η άποψη του γράφοντος νομίζω έγινε κάτι περισσότερο από κατανοητή απ' τις πρώτες αράδες κιόλας του κειμένου. Ωστόσο, μολονότι δεν είναι αιρετική, πιθανότατα έχει μειονοτικό αντίκρυσμα στην αθλητική κοινή γνώμη που της τέθηκε εδώ και κάποιες μέρες το δίλημμα: νίκη ή ήττα; Η πλειονότητα πήρε θέση υπέρ της "περήφανης" νίκης. Κατανοητό όπως και να το κάνουμε. Δεν θα μάθουμε τώρα σε τι χώρα ζούμε. Οφείλω να σημειώσω πάντως ότι η FIBA, μην εφαρμόζοντας κλήρωση για τα χιαστί ζευγαρώματα (δηλαδή να κληρώνονταν παραδείγματος χάριν όλοι οι τέταρτοι με όλους τους πρώτους), ουσιαστικά νομιμοποιεί τέτοιες κυνικές επιλογές όπως της Ελλάδας. Οπότε δεν στερείται ηθικού έρματος όσο αυτό καθορίζεται κάθε φορά στα πλαίσια της εκάστοτε διοργανώτριας αρχής. Φυσικά δεν ήταν ωραία η εικόνα του σημερινού παιχνιδιού (αστεία θα ήταν πάντως σίγουρα, αν επιθυμούσαν και οι δύο ομάδες την ήττα!), αλλά τι να κάνουμε; Συμβαίνουν πολύ συχνά αυτά, όταν υπάρχουν χιαστί παιχνίδια και δυνατότητα επιλογής. Θα ήθελα πολύ να ξέρω πόσοι απ' αυτούς που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους ενάντια στη "ντροπιαστική" επιλογή και ήττα της εθνικής, δεν χάρηκαν με το περσινό ανέλπιστο χάλκινο μετάλλιο που επιτεύχθηκε εξαιτίας μια παρόμοιας ήττας (ηθελημένη ήττα με τη Γαλλία που μας οδήγησε στο σταύρωμα με την Τουρκία κι όχι με την Ισπανία... δε ρεστ ιζ χίστορι);
Εν αντιθέσει με την ομάδα της Ελλάδος η οποία, ναι μεν πραγματοποίησε αποκλειστικά και μόνο τραγικές κι απογοητευτικές εμφανίσεις στην πρώτη φάση της διοργάνωσης στην Άγκυρα διαψεύδοντας τις προσδοκίες που η ίδια είχε καλλιεργήσει με την καθηλωτική απόδοση των φιλικών προετοιμασίας, αλλά δεν έπαψε να διαθέτει τις περγαμηνές για κάτι καλύτερο από μια τιμητική θέση μεταξύ πέμπτης και όγδοης (μία απ' αυτές θα καταλάμβανε, κερδίζοντας το αποψινό παιχνίδι και χάνοντας στον προημιτελικό απ' τις ΗΠΑ τις οποίες θα καλούνταν να αντιμετωπίσει). Ενώ τώρα το μονοπάτι που η ίδια χάραξε με την επιλογή της, αν και δύσβατο, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί σε καμία περίπτωση άβατο. Ισπανία και στη συνέχεια Σερβία ή Κροατία διαφέρουν παρασάγγας απ' τον σκόπελο των ΗΠΑ. Η αποδυναμωμένη θριαμβεύτρια της Ιαπωνίας δεν θυμίζει σε τίποτα την ομάδα που με τα χρόνια εξελίχθηκε σε κακό δαίμονα της Ελλάδας, καθώς χωρίς Γκασόλ και Καλντερόν χάνει μπόλικη απ' τη δύναμή της και μάλιστα σε δύο νευραλγικές θέσεις. Το αυτό ισχύει και με το παραπάνω είτε για τη Σερβία είτε -πολύ περισσότερο- για την Κροατία. Έτσι, η λάμψη του μεταλλίου που είχε αρχίσει να χάνεται, αχνοφαίνεται ξανά -δυνητικά όλα αυτά.
Πραγματιστική επιλογή επομένως απ' αυτή τη σκοπιά. Κι αλλιώς όμως, αν ειδωθούν τα πράγματα, πάλι ορθή η απόφαση. Επικοινωνιακά σίγουρα θα βόλευε να ενδυόταν τον περήφανο μανδύα της αθλητικής αξιοπρέπειας, κατεβαίνοντας στον αγώνα για τη νίκη και διατυμπανίζοντας ότι δεν δειλιάζει μπρος σε οποιονδήποτε αντίπαλο, μα κι ότι της αρμόζει να μάχεται μόνο και πάντοτε για τη νίκη. Καλά όλα αυτά αλλά δυστυχώς ασύμβατα με τη σημερινή εικόνα της ομάδας. Ίσως η ομάδα του Βελιγραδίου που κατέκτησε το Ευρομπάσκετ ή αυτή της Σαϊτάμα που κατετάγη δεύτερη στον κόσμο να μπορούσε να αναπτύσσει τέτοια ρητορική (ενδεή ουσίας πάντως) και να την υποστήριζε κιόλας. Τη δεδομένη χρονική στιγμή όμως κάτι τέτοιο θα ήταν πραγματικά αυτοκαταστροφικό, αφού όλοι λίγο πολύ καταλαβαίνουμε πως θα βρίσκαμε σε τοίχο αδιαπέραστο απέναντι στις ΗΠΑ. Οπότε τι; Δυνατότητα διάκρισης και όνειρα μεταλλίου ή προσήλωση στο όποιο fair-play;
Η άποψη του γράφοντος νομίζω έγινε κάτι περισσότερο από κατανοητή απ' τις πρώτες αράδες κιόλας του κειμένου. Ωστόσο, μολονότι δεν είναι αιρετική, πιθανότατα έχει μειονοτικό αντίκρυσμα στην αθλητική κοινή γνώμη που της τέθηκε εδώ και κάποιες μέρες το δίλημμα: νίκη ή ήττα; Η πλειονότητα πήρε θέση υπέρ της "περήφανης" νίκης. Κατανοητό όπως και να το κάνουμε. Δεν θα μάθουμε τώρα σε τι χώρα ζούμε. Οφείλω να σημειώσω πάντως ότι η FIBA, μην εφαρμόζοντας κλήρωση για τα χιαστί ζευγαρώματα (δηλαδή να κληρώνονταν παραδείγματος χάριν όλοι οι τέταρτοι με όλους τους πρώτους), ουσιαστικά νομιμοποιεί τέτοιες κυνικές επιλογές όπως της Ελλάδας. Οπότε δεν στερείται ηθικού έρματος όσο αυτό καθορίζεται κάθε φορά στα πλαίσια της εκάστοτε διοργανώτριας αρχής. Φυσικά δεν ήταν ωραία η εικόνα του σημερινού παιχνιδιού (αστεία θα ήταν πάντως σίγουρα, αν επιθυμούσαν και οι δύο ομάδες την ήττα!), αλλά τι να κάνουμε; Συμβαίνουν πολύ συχνά αυτά, όταν υπάρχουν χιαστί παιχνίδια και δυνατότητα επιλογής. Θα ήθελα πολύ να ξέρω πόσοι απ' αυτούς που διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους ενάντια στη "ντροπιαστική" επιλογή και ήττα της εθνικής, δεν χάρηκαν με το περσινό ανέλπιστο χάλκινο μετάλλιο που επιτεύχθηκε εξαιτίας μια παρόμοιας ήττας (ηθελημένη ήττα με τη Γαλλία που μας οδήγησε στο σταύρωμα με την Τουρκία κι όχι με την Ισπανία... δε ρεστ ιζ χίστορι);
30/8/10
Πέπε Καρβάλιο
Ερχόμενος απόψε από βόλτα για μπάνιο και συμπάθεια στην Πάργα, τελείωσα κατά τη διαδρομή το βιβλίο που διάβαζα απ' την Παρασκευή. Πρόκειται για τις "Θάλασσες του Νότου" του Μανουέλ Βάσκεθ Μονταλμπάν. Πέραν όσων θα σας αναφέρω ευθύς αμέσως για το περιεχόμενο του μυθιστορήματος αυτού, νιώθω υποχρεωμένος να προσθέσω πως το βιβλίο το διάβασα εξολοκλήρου ταξιδεύοντας, παρατήρηση που έντρομος έκανα, αφού αποδεικνύει εύγλωττα το πόσο λίγο χρόνο και φαιά ουσία αφιερώνω στο διάβασμα ως κύρια ασχολία κι όχι ως γέμισμα κενών ωρών αναμονής από και προς τον οποιοδήποτε προορισμό. Καιρός να διορθωθεί!
Στα του βιβλίου τώρα. Το πρώτο μου του συγκεκριμένου συγγραφέα, για τον οποίο δεν γνώριζα -κι εξακολουθώ να μην γνωρίζω- πολλά-πολλά. Καταλανός από τη Βαρκελώνη. Δημοσιογράφος και γαστρονόμος. Έντονα ποδοσφαιρόφιλος και πολιτικοποιημένος άνθρωπος. Είχα γνωριστεί μαζί του εδώ και χρόνια μέσω της στήλης του Χαραλαμπόπουλου στη Sportday, όπου και κάνει καμιά φορά την εμφάνισή του, μα δεν είχα πραγματοποιήσει μέχρι εσχάτως το επόμενο βήμα. Μαλακία μου, αφού αποδείχθηκε ικανότατος γραφιάς του αστυνομικού είδους και μάλιστα του στυλ που μου αρέσει και βρίσκω μερικώς στο Μανσέτ και μερικώς στο Ράνκιν. Κι εξηγούμαι. Ο ήρωας του μυθιστορήματος, μόνιμος χαρακτήρας των βιβλίων του Μονταλμπάν, είναι ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Πέπε Καρβάλιο. Λίγα αποκαλύπτονται εδώ για το παρελθόν του, όσα μαθαίνουμε όμως σκιαγραφούν ένα υπόβαθρο αρκούντως σκοτεινό κι ενδιαφέρον. Φυλακή, σχέσεις με τον υπόκοσμο της πόλης, καλλιτεχνικές ανησυχίες, περίοδοι έντονης πολιτικής ένταξης και δράσης. Δεν θέλω να μιλήσω για την υπόθεση του βιβλίου. Θα πω μόνο πως δεν πρόκειται για κάτι ιδιαίτερο, πέρα απ' την ποιητικότητα που ενυπάρχει σ' αυτή. Η πλοκή δεν ξέρω, αν θεωρείται απ' τους ειδικούς, προτέρημα του εν λόγω μυθιστορήματος, πάντως εμένα δεν με τράβηξε όσο σε εκείνα τα αστυνομικά που διαβάζεις απνευστί. Επομένως, τι μένει, για να το καθιστά αξιομνημόνευετο; Ο ήρωάς του και το απαράμιλλο στυλ του Μονταλμπάν. Μέγας στυλίστας ο Καταλανός συγγραφέας πλάθει ένα πλαίσιο βρώμικο, που μας μπάζει για τα καλά στην ιστορία και στις περιπλανήσεις του Καρβάλιο για την εξιχνίαση της υπόθεσης. Αλλά κι ο ήρωάς μας, ολοκληρωμένος και γοητευτικός, κερδίζει τη συμπάθεια κι αποτελεί το έτερο θέμα του βιβλίου, εκτός απ' την υπόθεση μυστηρίου. Ο Μονταλμπάν μας βάζει στη θέση του παρατηρητή της συμπεριφοράς, των λόγων και πράξεων του Πέπε Καρβάλιο. Ας πούμε, για μένα, αυτό το κομμάτι της ανάγνωσης ήταν το πλέον απολαυστικό.
21/8/10
13/8/10
7/8/10
Μουσικές #1
Μπορώ να πω πως τον τελευταίο μόνο μήνα άρχισα κι εγώ να ξεψαχνίζω τις φετινές κυκλοφορίες, καθώς λίγο οι πανελλήνιες και λίγο το σάπισμα που ακολούθησε μετά με άφησαν πίσω. Όχι, ότι τώρα τρέχω και δεν φτάνω αλλά τέλος πάντων. . . Όπως και να 'χει, επειδή άκουσα κάποια πολύ αξιόλογα πράγματα για τα οποία αξίζει να αφιερώσω λέξεις και χρόνο και τα οποία φυσικά και αξίζει να τσεκάρετε, ξεκινώ ευθύς αμέσως με δύο δίσκους που διαφέρουν εντελώς, μα που έχουν και ένα κοινό χαρακτηριστικό: πατάνε με το ένα πόδι στο παρελθόν και με το ένα στο παρόν, χωρίς όμως να ακούγονται εκφυλιστικοί, χωρίς να πιθηκίζουν και χωρίς, τέλος, να επιδίδονται σε "μοντερνιές" κι ευκολίες.
Sharon Jones & The Dap-Kings - I learned the hard way
Τούτο εδώ το πόνημα της πληθωρικής Sharon Jones και των πολυπραγμόνων Dap Kings μ' έκανε μέσα στο κατακαλόκαιρο ν' ακούσω για πρώτη πιθανότατα φορά στη ζωή μου soul/funk μουσική με τέτοιο πάθος. Και μάλλον θα με αναγκάσει να την ψάξω και περισσότερο τη δουλειά, για να βρω ανάλογα ακούσματα. Το αν θ' αρχίσω να πίνω και μπέρμπον συνοδευτικά είναι μια άλλη ιστορία και τελεί ακόμη υπό σκέψη. Τι έχουμε όμως εδώ; Όχι, σαφώς και όχι, την ανανεωτική ματιά και προσέγγιση της αγαπημένης των μίντια soul diva Amy Winehouse. Αντιθέτως, όλα εδώ παραπέμπουν στο παρελθόν και στις καλές εποχές της Motown και της Stax Records. Ρέτρο soul θα μπορούσε να πει κανείς με ή χωρίς μια δόση κακίας και δεν θα έχει πέσει και πολύ έξω σε γενικές γραμμές. Απλούστατα η πιθανή μομφή που ενυπάρχει στη φράση δεν επαληθεύεται, αφού η μπάντα κατορθώνει άψογα σ' αυτή τη δουλειά να χρησιμοποιεί μια τεράστια μουσική παράδοση, όντας συνάμα όσο σύγχρονη χρειάζεται. Ξεχωρίζει η επιβλητική, μεστή συναισθημάτων ερμηνεία της κυρίας Sharon Jones να μας μεταφέρει τα μαθήματα της ζωής που βίωσε με το "δύσκολο" τρόπο, να εξιστορεί τις απέλπιδες εκδοχές της αγάπης... Πραγματικά μια ώριμη ερμηνεία υψηλής στάθμης. Στο ίδιο επίπεδο στέκεται όμως και ο έτερος πυλώνας: οι Dap Kings. Ωραίες συνθέσεις, κολλητικές μελωδίες, άλλοτε με ένα παιχνιδιάρικο πιάνο να κλείνει το μάτι και ν' ανεβάζει αυτοστιγμεί τη διάθεση κι άλλοτε με τα πνευστά στο προσκήνιο να συναγωνίζονται σε πάθος την ερμηνεία της Sharon Jones. Πρόκειται επίσης για μια ολοκληρωμένη δουλειά, σαράντα λεπτά που ακούγονται απ' την αρχή ως το τέλος το ίδιο ευχάριστα, ζορίζοντας αφάνταστα τον επίδοξο ανθολόγο του μέλλοντος. Εάν σώνει και καλά έπρεπε να ξεχωρίσω κάποια κομμάτια, θα διάλεγα ως πιο αγαπημένα τα εξής: I learned the hard way, Better things to do, She ain 't a child no more, Mamma don' t like my man... Σταματάω εδώ το απάνθισμα γιατί θα κινδυνέψω να βάλω τα δέκα απ' τα δώδεκα! Συγκεντρωτικά ένας υπέροχος, ολοκληρωμένος δίσκος που στα αγύμναστα σε τέτοια ακούσματα αυτιά μου δεν ακούστηκε σε καμιά περίπτωση βαρετός ή κουραστικός. Προτείνεται ανεπιφύλακτα!
The Dead Weather - Sea of Cowards
Διάβασα πρόσφατα κάποιες δηλώσεις του Jack White, στις οποίες διευκρίνιζε πως η θάλασσα από δειλούς του τίτλου αυτού του δίσκου αναφέρεται σε όλους εκείνους που, εκμεταλλευόμενοι την ασφάλεια της ανωνυμίας που παρέχει το διαδίκτυο, πράττουν το οτιδήποτε, χωρίς να χρησιμοποιούν το πραγματικό τους όνομα, την αληθινή τους ταυτότητα. Προσθέτει ότι η γενιά αυτή στερείται υπευθυνότητας, ότι δεν έχει διδαχθεί ως αξία την ατομική ευθύνη. Ενδιαφέρουσες απόψεις σίγουρα από έναν άνθρωπο που όλα αυτά τα χρόνια έχει αναδειχθεί σε συνώνυμο της σταθερότητας και της υπευθυνότητας σε κάθε βήμα της μουσικής του πορείας. Είτε με ένα από τα σπουδαιότερα συγκροτήματα της προηγούμενης δεκαετίας, τους White Stripes, είτε με τους αγαπημένους Raconteurs, τα πηγαίνει περίφημα -ή τουλάχιστον κινείται πάντοτε με σιγουριά αρκετά πάνω απ' το μέτριο. Το ίδιο συμβαίνει κι εδώ με τους Dead Weather, το supergroup που σχηματίστηκε πέρυσι απ' τον ίδιο, τη θαυμάσια Alison Mosshart (The KIlls), τον κιθαρίστα των QOTSA Dean Fertita και το μπάσο των Raconteurs και Greenhornes Jack Lawrence. Το Sea of Cowards αποτελεί το δεύτερο -κιόλας!- δίσκο τους και κυκλοφόρησε δέκα μόλις μήνες μετά το ντεμπούτο Horebound. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η ιστορία επαναλαμβάνεται. Έτσι κι εδώ όπως και στο Horebound ο καμβάς είναι ίδιος: ροκ μπολιασμένο με πολλά "σκληρά" μπλουζ στοιχεία και με διάχυτη τη διάθεση αναβίωσης του γκαράζ ήχου. Επομένως, έχουμε να κάνουμε με μια ωμή συνθετική προσέγγιση, απογυμνωμένη από περιττές φιοριτούρες. Ενδεικτικό και το ότι μετά βίας ξεπερνά σε διάρκεια τα τριάντα πέντε λεπτά! Τι αλλάζει; Μάλλον ο Jack White. Μας προξένησε εντύπωση που στο πρώτο τους δίσκο, αν δεν είχε παραδώσει τα ηνία, σίγουρα πάντως δεν ηγούνταν της προσπάθειας, όπως μας έχει συνηθίσει, κάτι που προσέδιδε στο Horebound και εν γένει στους Dead Weather τη ρετσινιά της μη αυθύπαρκτης μπάντας, που μόνος ρόλος της είναι να διασκεδάζει τον Jack και τους υπόλοιπους στα διαλείμματα των υποχρεώσεών τους απ' τις "κανονικές" τους μπάντες. Στο Sea of Cowards αυτό δείχνει να αλλάζει. Ο πολυτάλαντος Jack White τραβάει όλο το εγχείρημα ένα μεγάλο βήμα μπροστά, χαρίζοντας τις χαρακτηριστικές του ερμηνείες σε στίχους γεμάτους ροκ αυτοπεποίθηση και αυτοαναφορικότητα. Ένα παράδειγμα απ' το εναρκτήριο τραγούδι Blue Blood Blues: "Check your lips at the door woman. Shake your hips like battleships. Yeah, all the white girls trip when I sing at Sunday service. Sing. Sing. Sing.". Μεγάλο βήμα πράγματι μα και κάπως μετέωρο. Ώρες-ώρες οι συνθέσεις τους μοιάζουν σαν απλώς μη μελετημένα τζαμαρίσματα, στοιχείο όχι απαραίτητα αρνητικό, αλλά που ζωγραφίζει κάποια ερωτηματικά στον αέρα για το ποια είναι τελικά η ταυτότητά τους και τι θέλουν για τη συνέχεια. Όσο, βέβαια, μας δίνουν τέτοιους γαμάτους δίσκους για ν' ανεβάζουμε την ένταση, όλα τ' άλλα θα φαντάζουν κενολογίες κι ερωτήματα άνευ ουσίας. Τελικώς, δεν ξέρω αν ο κύριος Τζακ έκανε το θαύμα του ή το σύνολο δούλεψε, πάντως το αποτέλεσμα είναι καλό. Πολύ καλό. Ξεχώρισα τα εξής: Blue Blood Blues, Old Mary, No Horse, Gasoline.
4/8/10
Γιάννης Αγγελάκας 3, αρχαία Κασσώπη, Πρέβεζα
Γύρω στις οχτώ και σαράντα οδηγηθήκαμε μέσα από ένα όμορφο δρομάκι, περιστοιχισμένο από κάθε είδους ορεινή βλάστηση, στον αρχαιολογικό χώρο της Κασσώπης, λίγο πάνω απ’ το χωριό της Καμαρίνας και σε απόσταση αναπνοής απ’ το σαφώς γνωστότερο Ζάλογγο. Η αλήθεια είναι πως η χθεσινή υπήρξε, τόσο για μένα όσο και για τη Ματίνα, η παρθενική επαφή μας με το χώρο αυτό, και αναμφίβολα με την πρώτη κιόλας ματιά συμφωνήσαμε σιωπηρά –με τα μάτια- πως άξιζε να έρθουμε ως εδώ (πρόκειται για μια απόσταση γύρω στη μιάμιση ώρα απ’ τα Γιάννενα), μα ακόμη περισσότερο πως δεν θα μας πτοούσε το δυνατό αεράκι που μας υποδέχτηκε και η έλλειψη βασικών υποδομών από οργανωτικής άποψης (μας είπαν ότι δεν υπήρχε παροχή νερού εκείνη τη μέρα κι ως εκ τούτου οι τουαλέτες ήταν κλειστές, ενώ δεν υπήρχε και κάποιο αναψυκτήριο-κυλικείο…).
Η αρχαία Κασσώπη, βέβαια, ειδυλλιακός τόπος από κάθε άποψη. Τοποθετημένη σε σεβαστό υψόμετρο, προσφέρει εκπληκτική θέα προς τη θάλασσα, την πόλη της Πρέβεζας και προς οποιοδήποτε άλλο ερέθισμα τραβήξει την προσοχή του ρομαντικού, του περίεργου... Επιπλέον, πρόκειται για ένα ορεινό τοπίο με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην Ήπειρο: πυκνή βλάστηση, εντυπωσιακοί γκρεμοί, μα και η αίσθηση πως επιτέλους αναπνέεις πραγματικά! Για να σας δώσω να καταλάβετε ακόμη πιο χαρακτηριστικά, ο συναυλιακός χώρος και η μικρή σκηνή βρίσκονταν λίγα μόλις μέτρα μακριά απ’ τον απότομο γκρεμό. Έτσι οι θεατές είχαν στο οπτικό τους πεδίο και τα επί σκηνής τεκταινόμενα και τη θέα που παρέχει το υψόμετρο, φυσικά όμως –ειδικά χθες- και το υπέροχο ολόγιομο φεγγάρι. Τι ιδανική συγκυρία να απολαμβάνεις κατ’ αυτόν τον τρόπο την καλοκαιρινή πανσέληνο!
Τη συναυλία άνοιξε γύρω στις εννιά και μισή ένα τοπικό σχήμα, που με μια ακουστική κιθάρα και δύο φωνές –εκ των οποίων η γυναικεία θαυμάσια- ζέσταναν την ξεπαγιασμένη ατμόσφαιρα μεταφέροντας το μεσήλικο κοινό στην πρώτη του νιότη κι εμάς τους νεότερους σε μια εποχή που τόσα ακούμε γι’ αυτή, μα που φυσικά δεν βιώσαμε. Χίπικη διάθεση και μπόλικα σίξτις, τραγούδια όπως το Hey gyp(Dig the slowness) του Donovan και το Wild thing των Troggs και χαρούμενη διάθεση έφτιαξαν κλίμα. Δεδομένου, άλλωστε, πως επρόκειτο για ένα ντουέτο προερχόμενο απ’ τη γύρω περιοχή, είναι κάτι παραπάνω από προφανές ότι υπήρξε και η σχετική υποστήριξη από φίλους και γνωστούς που δεν σταμάτησαν ούτε λεπτό να χαβαλεδιάζουν χορεύοντας και κάνοντας ποικίλα ενθαρρυντικά σχόλια. Η εμφάνιση αυτή διήρκησε το πολύ μισή ώρα, καθώς το κυρίως πιάτο της βραδιάς ήταν άλλο και, μάλιστα, πολύ αγαπητό διαχρονικά…
Πρέπει να ήταν γύρω στις δέκα και τέταρτο, όταν ο Ντίνος Σαδίκης ανέβηκε πρώτος στη μικρή σκηνή παίζοντας στο μπαγλαμά του την εισαγωγή του “Ο Χαμένος τα παίρνει όλα”, ακολουθούμενος απ’ τον Στάθη Αραμπατζή στη κιθάρα. Τελευταίος και καλύτερος ο Γιάννης Αγγελάκας. Πρέπει να επισημανθεί σ’ αυτό το σημείο πως, ενώ μέχρι και την τελευταία στιγμή περιμέναμε ότι θα βλέπαμε τους “Λύκους λάιβ”, δηλαδή το σχήμα των Αγγελάκα-Βελιώτη, τελικά, και λόγω ενός προβλήματος υγείας κάποιου εκ των μουσικών του προαναφερθέντος σχήματος, είδαμε τους “Γιάννης Αγγελάκας 3” , ό,τι πλησιέστερο δηλαδή στους προγενέστερους “Επισκέπτες”. Την αλλαγή εμείς την πληροφορηθήκαμε κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή –για την ακρίβεια ενώ αγοράζαμε τα εισιτήρια. Καθόλου δεν μας χάλασε πάντως! Μολονότι κι εγώ και η Ματίνα είδαμε πρόσφατα στο Rockwave το ίδιο ακριβώς τρίο κι ενώ δεν μας είχε δοθεί μέχρι στιγμής η ευκαιρία να παρευρεθούμε σε εμφάνιση των “Λύκων”, ίσως και να χαρήκαμε μιας και σιγουρευτήκαμε για το πόσο όμορφα θα περνούσαμε τις επόμενες ώρες. Όχι ότι οι δουλειές των Αγγελάκα-Βελιώτη δεν είναι εξίσου αξιόλογες, απλώς η φύση της μουσικής τους –πιο προσωπική, εσωστρεφής, ιδιαίτερη, μοναχική, απαιτητική- μετατρέπει το ζήτημα της διασκέδασης, της επαφής με τους μουσικούς και τη μουσική σε πιο περίπλοκη και αβέβαιη υπόθεση.
Δυναμική αρχή, λοιπόν, με ένα τραγούδι απ’ το παρελθόν του Γιάννη Αγγελάκα (2003). Λογική επομένως και η ενθουσιώδης υποδοχή του απ’ το πολυάριθμο κοινό. Οι νεαρότεροι είχαν ήδη σπεύσει στο μπροστινό μέρος της σκηνής πανέτοιμοι για την αναμενόμενη μουσική μυσταγωγία, που συνήθως επιτελείται στις συναυλίες του Αγγελάκα είτε αυτές λαμβάνουν χώρα σ’ ένα μεγάλο φεστιβάλ (Rockwave) με τα συμπαρομαρτούντα του (μεγάλη “ροκ” σκηνή, δυνατότερος ήχος, διαφορετικό κοινό και περιβαλλοντικές συνθήκες) είτε σε χώρους όπως αυτός της αρχαίας Κασσώπης, απόμερους, με κατώτερου επιπέδου ηχητικό εξοπλισμό κι εγκαταστάσεις και σαφώς πιο ετερόκλητο κοινό (εν προκειμένω από πέντε μέχρι ογδόντα πέντε ετών!). Κι όντως ο αγέρωχος πρώην ρόκερ, νυν ρεμπελορεμπέτης στάθηκε αντάξιος των προσδοκιών. Σειρά είχαν τραγούδια απ’ τον δίσκο του με τους Επισκέπτες: “Καλά που έγινα σπουδαίος και τρανός”, “Άγρια των άστρων μουσική”, “H αγάπη ορμάει μπροστά”, “Επισκέπτες”… Ιδιαίτερης μνείας χρήζει το “Μέσα μου ο αέρας που φυσά”, αγαπημένο κομμάτι ούτως ή άλλως, το οποίο απογειώνεται όμως ζωντανά απ’ την απίστευτα φορτισμένη και ψαρωτική ερμηνεία του Αγγελάκα. Στις “Παροιμίες απ’ τον Κρόνο” θυμόμαστε –όσοι εύκολα ξεχνάμε- πως μπροστά μας έχουμε ένα παλικάρι και χαιρόμαστε με τη συμμετοχή του Ντίνου Σαδίκη, ιδιαίτερης, όντας κουκουλωμένος μέσα στο πουλόβερ του, φιγούρας. Τέλος, σωστός χαμός γίνεται, όταν το “Αιρετικό” αφιερώνεται στον αλήστου μνήμης πρώην μητροπολίτη Πρεβέζης (κατά καιρούς έχει αφιερωθεί απ’ το Χριστόδουλο μέχρι και τον Καρατζαφέρη…). “Ποιος σκαλίζει την ψυχή μου στο σκοτάδι;”, μας απευθύνει το λόγο, για να ξορκίσει αμέσως το κακό: “διάολε, φύγε από μπροστά μου, μου κρύβεις το θεό”.
Η συναυλία κύλησε στα ίδια επίπεδα μέχρι το τέλος της μερικά λεπτά μετά τα μεσάνυχτα. Τι μεσολάβησε; Πολλά και διάφορα μα όλα αγαπημένα. Φυσικά και δεν θα μπορούσαν να λείψουν οι εμβόλιμες τζούρες παρελθόντος τόσο του Γιάννη Αγγελάκα (λέγε με Τρύπες) όσο και του Ντίνου Σαδίκη. Απ’ τον τελευταίο ακούσαμε τρία όμορφα τραγούδια. Αρχικά τον ξεσηκωτικό του “Χορό”, έπειτα το “Δεν ήταν απαισιόδοξο τραγουδάκι” και τέλος το μεγαλειώδες “Χωρίς κανόνα”, με τις πιο ιδιαίτερες πινελιές στο τελευταίο να προσφέρονται συντροφικά απ’ τον Αγγελάκα. “Είμαι τυχερός” μας δήλωσες με το παλιό αυτό κομμάτι απ’ τις Τρύπες. Μεγάλη αδυναμία μου. Τόσο που έχω δηλώσει αρκετές φορές ευθαρσώς ότι πρόκειται για το μοναδικό σου κομμάτι που θα ήθελα να τραγουδήσω. “Σ’ ευχαριστώ”! Άλλες Τρύπες; Μα και βέβαια. Και “Χάρτινο Τσίρκο” είχε το πρόγραμμα για άφθονη συγκίνηση και συναισθηματική έκρηξη και “Θ’ ανατέλλω”, για να τραγουδήσει κάτι και το στριμωγμένο αλλά ψυχικά ευθυτενές κοινό και “Δεν χωράς πουθενά”, γιατί είχε έρθει η ώρα να εγκαταλείψει το έδαφος εκτός απ’ το ξέφρενο πια πνεύμα μας και το ,προσμένον την ευκαιρία ν’ ακολουθήσει, σώμα μας και “Ακούω την αγάπη”, αφού ο στίχος “ακούω την αγάπη και δεν ακούω τις σκέψεις μου” στέκει σαν έτοιμος να φωνάξει “μη με λησμόνει” στους ερωτευμένους και “Γιορτή” για το τέλος, έτσι σαν ένα καλό κατευόδιο, ένα “καλό δρόμο” από ένα φίλο διαρκείας. Μεσολάβησαν οι δύο αναμενόμενες διασκευές στα τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη “Αντιλαλούν οι φυλακές” και “Μια όμορφη μελαχρινή”. Αναμενόμενες από μένα και τη Ματίνα, καθώς λίγο έως πολύ το ίδιο πρόγραμμα απολαύσαμε και δυο βδομάδες περίπου πριν στο Rockwave. Σαν κάτι να λείπει όμως θα παρατηρείς, εσύ που με διαβάζεις μέχρι εδώ. Προφανώς όμως και το “Σιγά μην κλάψω” δεν έλειψε απ’ τη συναυλία. Προφανώς γάμησε, προφανώς δικαιώθηκε ως ύμνος της νιότης μας για ακόμη μια φορά, προφανώς γέμισε τις μπαταρίες μας κουράγιο για όσους δεν ντρέπονται να μας υπενθυμίζουν πως “αυτό το σκηνικό είμαι μικρός, πολύ μικρός για να τ’ αλλάξω”.
Κάπως έτσι πέρασαν αυτές οι ώρες στην αρχαία Κασσώπη. Συντροφικά διότι στην ίδια πολύτιμη ουσία της μουσικής και της στιχουργίας του μας έκανε κοινωνούς και πάλι ο Γιάννης Αγγελάκας.
Η διοργάνωση, πέρα απ’ τα προβλήματα που αναφέρθηκαν στην αρχή του άρθρου (έλλειψη τουαλετών και κυλικείου), είχε κι ένα θεματάκι με το ύψος της σκηνής σε συνδυασμό με το ανισόρροπο ηλικιακά κοινό. Πιθανώς να φαντάζεστε τι έγινε. Οι νεότεροι, ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος τους, επιθυμούσαν να παρακολουθήσουν τη συναυλία όρθιοι μπροστά στη σκηνή για τους δικούς τους λόγους, ενώ οι πρεσβύτεροι καθιστοί από απόσταση στις καρέκλες τους για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Πιθανώς να φαντάζεστε και τίνος η εκδοχή για μια τέτοια συναυλία επικράτησε. Σούσουρο ωστόσο υπήρξε, όπως και μερικά ψιλο-τζαρτζαρίσματα.
Υ.Γ.1. Συγκριτικά με τη συναυλία του Rockwave, δεν μπορώ να αποφανθώ για το ποια ήταν καλύτερη. Τούτη εδώ ήταν κάπως μεγαλύτερη, πιο χορταστική και σε σαφώς ομορφότερη τοποθεσία με κοινό που είχε έρθει μόνο για το Γιάννη Αγγελάκα. Η άλλη είχε καλύτερο ήχο, βοηθούσε το ύψος της σκηνής να βλέπουν όλοι και καλά, ενώ και ο ίδιο ο Αγγελάκας μου φάνηκε εκεί καλύτερος, σαν να ήθελε να δώσει τον καλύτερό του εαυτό. Μπέρδεμα.
Υ.Γ.2. Οι όμορφες ερασιτεχνικές επαγγελματικές φωτογραφίες είναι της Ματίνας Δήμου. Περισσότερες απ' την ίδια συναυλία μπορείτε να δείτε εδώ: http://www.facebook.com/matina.dimou?ref=search#!/album.php?aid=2074231&id=1249879700.
Υ.Γ.1. Συγκριτικά με τη συναυλία του Rockwave, δεν μπορώ να αποφανθώ για το ποια ήταν καλύτερη. Τούτη εδώ ήταν κάπως μεγαλύτερη, πιο χορταστική και σε σαφώς ομορφότερη τοποθεσία με κοινό που είχε έρθει μόνο για το Γιάννη Αγγελάκα. Η άλλη είχε καλύτερο ήχο, βοηθούσε το ύψος της σκηνής να βλέπουν όλοι και καλά, ενώ και ο ίδιο ο Αγγελάκας μου φάνηκε εκεί καλύτερος, σαν να ήθελε να δώσει τον καλύτερό του εαυτό. Μπέρδεμα.
Υ.Γ.2. Οι όμορφες ερασιτεχνικές επαγγελματικές φωτογραφίες είναι της Ματίνας Δήμου. Περισσότερες απ' την ίδια συναυλία μπορείτε να δείτε εδώ: http://www.facebook.com/matina.dimou?ref=search#!/album.php?aid=2074231&id=1249879700.
22/6/10
10/6/10
μικρά προσωπικά πολιτικά
Κάπως αρχίζουν και ξεβαλτώνουν τα πράγματα για μένα, κυρίως αναφορικά με τα ενδιαφέροντά μου τα πιο πολιτικά, αφού τα προσωπικά μου πηγαίνουν απ' το καλό στο καλύτερο χωρίς ιδιαίτερα σκαμπανεβάσματα. Με το χρόνο να είναι άπλετος πλέον, μη έχοντας ούτε υποχρεώσεις ούτε δεσμεύσεις, αφιερώνω σιγά-σιγά χρόνο σε αρκετά πεδία πολιτικής δραστηριοποίησης, για τα οποία θα μάθετε λεπτομερώς, όταν έρθει η ώρα. Το ζήτημα, βέβαια, πέρα απ' το καθαρά πολιτικό (δηλαδή πέρα απ' την κριτική που θα μπορούσε εύκολα ο καθένας να ασκήσει σε πολιτικές μου επιλογές) είναι και προσωπικό. Την ανάγκη για πολιτική πράξη, για ποικιλότροπο ακριβισμό την ένιωθα όλο και πιο έντονη όσο περισσότερο χωνόμουν κάτω από στοίβες χαρτιών και βιβλίων στη διαδρομή μου για τις τελικές εξετάσεις. Έτσι, μου δίνεται επιτέλους τώρα η δυνατότητα να εκφράσω αυτή την καταπιεσμένη ενέργεια για πολιτική. Γι' αυτό κι έχω πέσει με τα μούτρα. Σε λίγο καιρό, που κάποια πράγματα θα είναι λίγο επισημότερα και πιο σίγουρα, θα σας εξηγήσω ενδελεχώς μπας κι ανταλλάξουμε και καμιά άποψη.
Προς το παρόν δεν καταφέρνω να βάλω το μπλογκ στη ζωή μου γερά. Ελπίζω να το επιτύχω.
Προς το παρόν δεν καταφέρνω να βάλω το μπλογκ στη ζωή μου γερά. Ελπίζω να το επιτύχω.
6/6/10
μπακ
Ομολογουμένως, πέρασε μπόλικος καιρός, αν όχι απ' την τελευταία μου δημοσίευση, σίγουρα όμως απ' την τελευταία φορά που έκατσα, τα έβαλα κάτω κι έγραψα από τον εξώστη, όπου κατοικώ για σχεδόν ένα χρόνο τώρα, σκέψεις, συναισθήματα ετσετερά ετσετερά... Γι' αυτό κι αισθάνομαι κάπως αμήχανα. Ενώ συνήθως τα δάχτυλα αβίαστα και ρυθμικά χτυπούσαν πλήκτρα και φύτευαν λόγο, τώρα φευ! μου, δυσκολεύομαι. Κι έχω πολλά να σας πω. Δεν είναι μονάχα ότι πέρασε ένα σεβαστό χρονικό διάστημα, αλλά πολύ περισσότερο ότι συνέβησαν πολλά: πανελλήνιες, διαβάσματα, τρεχάματα, σαπίλα... Η αλήθεια είναι ότι η σημερινή είναι η πρώτη μου παραγωγική μέρα μετά το τέλος των εξετάσεων. Μπορώ να πω ότι έδωσα μια ηλίθια βδομάδα χάριτος στον ωραίο μου εαυτό για απενοχοποιημένο ζαβλάκωμα, μα έχοντας σιχαθεί το -μια εδώ και μια εκεί- περιπλανώμενό μου σαρκίο κι έχοντας οριοθετήσει ένα μη παρέκει κάπου εδώ (χθες?σήμερα? θα σας γελάσω), γράφω ξανά. Παράγω ξανά. Πιθανώς να ευθύνεται για τη μεταστροφή αυτή και μια χθεσινή κουβέντα, της οποίας τα πορίσματα θα μάθετε σίγουρα από εδώ σύντομα, αλλά και το σημερινό πρωινό στην ΟΑΣΗ. Πλησιάζουμε άλλωστε και στη συμπλήρωση ενός ολόκληρου χρόνου λειτουργίας του μπλογκ αυτού. Κάπου προς το τέλος του Ιουνίου πρέπει να ήταν που σας γνώρισα μ΄ ένα κείμενο για την πορεία κατά της συνόδου των πρυτάνεων. Ένας χρόνος κι αυτό συνεπάγεται το λιγότερο μια θεώρηση της πορείας του μπλογκ, ίσως και αναθεώρησης διαφόρων πραγμάτων. Θέλω να σκεφτώ, αν θέλω -και γιατί- να συνεχίσω το μπλογκ. Αν μου χρειάζεται κι αν πετυχαίνει τους σκοπούς του. Αυτά τα λίγα για τώρα. Σίγουρα θα τα πούμε αύριο. Δεν υπόσχομαι για μια βραδινή δημοσίευση, αν και θα το ήθελα, καθώς μπορεί να έχουμε χάσει το πρωτάθλημα στο σπίτι μας και να έχουμε επισήμως πένθος. ορεβουάρ, λοιπόν...
5/5/10
23/4/10
21/4/10
12/3/10
25/2/10
poetic breaths
Σίγουρα πολλά λείπουν απ' τις ζωές μας. Ατομικά ή συλλογικά, όπως και να ιδωθούν τα πράγματα σήμερα αλλά και, ας είμαστε πραγματιστές, πάντοτε, ελλείμματα βιώνονται σε πολλά επίπεδα απ' τον καθένα. Χρόνος, χρήματα, ελευθερία, έρωτας, σιγουριά και πάει λέγοντας. Όλα αυτά μας σημαδεύουν συχνότερα με την απουσία τους παρά με την παρουσία τους.
Στο μικρόκοσμο της πόλης μας, των Ιωαννίνων, διατυπώνονται πλείστα όσα αιτήματα ατομικά και συλλογικά για κενά που επιθυμείται να καλυφθούν, να μας καλύψουν ή και να καλύψουμε. Δύο τα χαρακτηριστικά αυτών των αιτημάτων, όπως προσλαμβάνονται απ' του γράφοντος το ταπεινό μυαλό: αφενός πρόκειται για αιτήματα στην πλειονότητά τους χρησιμοθηρικού, υλικού, πρακτικού χαρακτήρα (λόγου χάρη χρηματικές διευθετήσεις, κατασκευαστικά ζητήματα, επίλυση καθημερινών προβλημάτων πρακτικής φύσης και τα ρέστα) κι αφετέρου σχεδόν τα περισσότερα απ' αυτά εναποθέτουν μια επιθυμία ολοκληρωτικά σε κάποιον τρίτο, είτε ο τελευταίος είναι ο οποιοσδήποτε φορέας είτε κάθε φυσικό πρόσωπο, χωρίς να διατηρούν και κάποιο στοιχείο πιθανής ατομικής πρωτοβουλίας, ανάμειξης για τον πομπό του αιτήματος. Δηλαδή, ορθά κοφτά, συμβαίνει πολύ συχνά να αιτούμαστε, όντας συνειδητά απρόθυμοι για κάθε συμμετοχή που θα βοηθά στην επίτευξη του αιτήματος, που στην τελική συνιστά μια διατυπωμένη, εκπεφρασμένη -στην περίπτωσή μας- επιθυμία. Επιθυμία δική μας. Ίσως να έχει να κάνει με τη φύση του κενού που ίσως καλυφθεί και το οποίο συχνά είναι υλικό, ίσως -πιθανότατα- να είναι αυτό παρεπόμενο του τρόπου σκέψης, δράσης, λειτουργίας του ατόμου μέσα στην κοινωνία σήμερα. Δεν είναι αυτό το θέμα μας πάντως.
Αυτό που πραγματικά με απασχολεί και με κινητοποίησε να σκεφτώ, να συζητήσω, να κατασκευάσω και να γράψω (με αυτή τη σειρά, παρακαλώ) είναι ένα δικό μου διαπιστωμένο κενό. Της ποίησης. Όχι τόσο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά κυριότερα σε αυτό του χώρου στον οποίο διάγω μέχρι τώρα, δηλαδή τα Γιάννενα. Σκεφτόμουν ότι είναι απίθανο να περπατήσεις την πόλη και να δεις ποίηση αποτυπωμένη στους δρόμους της, στα κτίριά της...Και σκεφτόμουν ακόμη, πόσο θα συγκινόμουν με έναν περίπατο στην πόλη που θα με οδηγούσε μπροστά στην ευαισθησία ενός αγνώστου συμπολίτη, περαστικού -ποιος ξέρει;- να αποτυπώσει σε κοινή θέα με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο ένα ποίημα, που τυγχάνει να είναι και δικό μου αγαπημένο. Ή που τη συγκεκριμένη στιγμή της οπτικής επαφής με γεμίζει, με ικανοποιεί, με χαροποιεί, με ευαισθητοποιεί, με εκνευρίζει, με απωθεί, μου φέρνει εμετό. Το θέμα είναι να προκαλείται συναίσθημα. Η απάθεια του κόσμου μας τείνει σε απόλυτο μαρτύριο. Δεν ζούσε σε ποιητικές μέρες, μας λένε. Αλλά και ποιος θα το κρίνει αυτό; Κι άλλωστε ένα ποίημα μπορεί να ξεπηδήσει από οπουδήποτε κι ένα συναίσθημα μπορεί να προκληθεί ακόμη και σήμερα από μια αράδα στίχους έντεχνα συνταιριασμένους.
Το δικό μου αίτημα, λοιπόν, είναι για περισσότερη ποίηση στην πόλη. Αρκετά με τα σλόγκαν, τις διαφημίσεις, τα συνθήματα...Μας χόρτασαν όλα αυτά ασχήμια, βρισιές, θυμό, κάποτε μας γέννησαν προβληματισμούς, άλλοτε μας χάρισαν απλόχερα την ευθυμία. Αλλά αρκετά! Ας έρθει και η ποίηση κάπου να χωθεί -κάντε έναν κώλο παραπέρα- ανάμεσα σ' όλα αυτά. Όχι, για να επιβληθεί. Δεν είναι του χαρακτήρα της, νομίζω. Ούτε για να κερδίσει κάτι. Ίσως το μόνο που να θέλει και να έφτασε στο σημείο να ντρέπεται να το ζητήσει στην εποχή μας -σκάσε ποίηση, πεινάμε...σκάσε ποίηση, γαμάμε- είναι μια στάλα προσοχή. Και, παρακαλώ την προσοχή σας, σε καμία περίπτωση για να ακούσει τα μπράβο μας, αλλά για να μας θυμίσει ποιοι είμαστε και πού μας φτάσαμε. Άντε και κανά σιγανό χειροκρότημα μπορεί να το θελήσει. Αλλά μονάχα αυτό.
Πώς θα γίνει αυτό; Ευτυχώς συνειδητοποίησα νωρίς-νωρίς ότι όσο και να χτυπήσω, ή και να χτυπήσουμε, τις πόρτες των γραφείων δεν θα πετύχω κάτι, ακόμη κι αν τις βρω ανοιχτές. Οπότε μόνοι μας θα πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας, μόνοι μας θα ικανοποιήσουμε το αίτημά μας. -Εγένετο project δηλαδή, Στέφανε; -Ω, ναι, εγένετο project. Ας βρούμε ο καθένας τον τρόπο του, το μέσο που μας αρέσει να χρησιμοποιούμε κι ας αναπνεύσουμε ποιητικά. Οι ανάσες μας είναι ανάσες ανέχειας, ανασφάλειας, φόβου, έλλειψης...οι ανάσες μα είναι βρώμικες... Ας γίνουν και ποιητικές, έστω για λίγο. Και δεν πρέπει να λησμονούνε πως η μετάδοση της ποίησης είναι σαν μια ασίστ. Χαίρεται και αυτός που την καταγράφει και αυτός που τη λαμβάνει ως ερέθισμα. Άλλωστε, ακόμη κι αν όλα τίθενται υπό αμφισβήτηση για την αξία τους, ακόμη κι αν η ζωή εμφανίζεται βγαλμένη από σοπεναουερικό στοχασμό, η τέχνη μένει να την ομορφαίνει, να της δίνει νόημα είτε ολομόναχη είτε μαζί με άλλα πράγματα. Επιστρέφω. Σπρέι, στένσιλς, τέχνη του δρόμου, αυτοκόλλητα, μαρκαδόροι, αφίσες, ζωγραφιές. Χριστιανόπουλος, Πρεβέρ, Καβάφης, Καρούζος, Λόρκα, Αρχίλοχος, Μπουκόφσκι, Γκίνσμπεργκ. Αντιστοιχίστε ελεύθερα. Δεν ξέρω, αν είναι ξεκάθαρα κάλεσμα αυτό το κείμενο. Μάλλον είναι, αλλά και να μην υπάρξει ανταπόκριση θα μείνω να το μεγαλώνω μόνος. Έφτιαξα ήδη τα δύο πρώτα καβαφικά αυτοκόλλητα κι ανυπομονώ για τη συνέχεια. Προτείνω μάλιστα και να βγάζουμε φωτογραφίες τα ποίηματα που θα αναπαράγουμε ή θα συναντάμε και να τα δημοσιεύουμε εδώ στον εξώστη, για να δούμε ότι οι ποιητικές ανάσες όλο και συχνότερα εκπληρώνουν μια καλή εκπνοή.
Poetic Breaths λοιπόν και καλή αρχή μας εύχομαι.
Στο μικρόκοσμο της πόλης μας, των Ιωαννίνων, διατυπώνονται πλείστα όσα αιτήματα ατομικά και συλλογικά για κενά που επιθυμείται να καλυφθούν, να μας καλύψουν ή και να καλύψουμε. Δύο τα χαρακτηριστικά αυτών των αιτημάτων, όπως προσλαμβάνονται απ' του γράφοντος το ταπεινό μυαλό: αφενός πρόκειται για αιτήματα στην πλειονότητά τους χρησιμοθηρικού, υλικού, πρακτικού χαρακτήρα (λόγου χάρη χρηματικές διευθετήσεις, κατασκευαστικά ζητήματα, επίλυση καθημερινών προβλημάτων πρακτικής φύσης και τα ρέστα) κι αφετέρου σχεδόν τα περισσότερα απ' αυτά εναποθέτουν μια επιθυμία ολοκληρωτικά σε κάποιον τρίτο, είτε ο τελευταίος είναι ο οποιοσδήποτε φορέας είτε κάθε φυσικό πρόσωπο, χωρίς να διατηρούν και κάποιο στοιχείο πιθανής ατομικής πρωτοβουλίας, ανάμειξης για τον πομπό του αιτήματος. Δηλαδή, ορθά κοφτά, συμβαίνει πολύ συχνά να αιτούμαστε, όντας συνειδητά απρόθυμοι για κάθε συμμετοχή που θα βοηθά στην επίτευξη του αιτήματος, που στην τελική συνιστά μια διατυπωμένη, εκπεφρασμένη -στην περίπτωσή μας- επιθυμία. Επιθυμία δική μας. Ίσως να έχει να κάνει με τη φύση του κενού που ίσως καλυφθεί και το οποίο συχνά είναι υλικό, ίσως -πιθανότατα- να είναι αυτό παρεπόμενο του τρόπου σκέψης, δράσης, λειτουργίας του ατόμου μέσα στην κοινωνία σήμερα. Δεν είναι αυτό το θέμα μας πάντως.
Αυτό που πραγματικά με απασχολεί και με κινητοποίησε να σκεφτώ, να συζητήσω, να κατασκευάσω και να γράψω (με αυτή τη σειρά, παρακαλώ) είναι ένα δικό μου διαπιστωμένο κενό. Της ποίησης. Όχι τόσο σε προσωπικό επίπεδο, αλλά κυριότερα σε αυτό του χώρου στον οποίο διάγω μέχρι τώρα, δηλαδή τα Γιάννενα. Σκεφτόμουν ότι είναι απίθανο να περπατήσεις την πόλη και να δεις ποίηση αποτυπωμένη στους δρόμους της, στα κτίριά της...Και σκεφτόμουν ακόμη, πόσο θα συγκινόμουν με έναν περίπατο στην πόλη που θα με οδηγούσε μπροστά στην ευαισθησία ενός αγνώστου συμπολίτη, περαστικού -ποιος ξέρει;- να αποτυπώσει σε κοινή θέα με οποιοδήποτε τρόπο και μέσο ένα ποίημα, που τυγχάνει να είναι και δικό μου αγαπημένο. Ή που τη συγκεκριμένη στιγμή της οπτικής επαφής με γεμίζει, με ικανοποιεί, με χαροποιεί, με ευαισθητοποιεί, με εκνευρίζει, με απωθεί, μου φέρνει εμετό. Το θέμα είναι να προκαλείται συναίσθημα. Η απάθεια του κόσμου μας τείνει σε απόλυτο μαρτύριο. Δεν ζούσε σε ποιητικές μέρες, μας λένε. Αλλά και ποιος θα το κρίνει αυτό; Κι άλλωστε ένα ποίημα μπορεί να ξεπηδήσει από οπουδήποτε κι ένα συναίσθημα μπορεί να προκληθεί ακόμη και σήμερα από μια αράδα στίχους έντεχνα συνταιριασμένους.
Το δικό μου αίτημα, λοιπόν, είναι για περισσότερη ποίηση στην πόλη. Αρκετά με τα σλόγκαν, τις διαφημίσεις, τα συνθήματα...Μας χόρτασαν όλα αυτά ασχήμια, βρισιές, θυμό, κάποτε μας γέννησαν προβληματισμούς, άλλοτε μας χάρισαν απλόχερα την ευθυμία. Αλλά αρκετά! Ας έρθει και η ποίηση κάπου να χωθεί -κάντε έναν κώλο παραπέρα- ανάμεσα σ' όλα αυτά. Όχι, για να επιβληθεί. Δεν είναι του χαρακτήρα της, νομίζω. Ούτε για να κερδίσει κάτι. Ίσως το μόνο που να θέλει και να έφτασε στο σημείο να ντρέπεται να το ζητήσει στην εποχή μας -σκάσε ποίηση, πεινάμε...σκάσε ποίηση, γαμάμε- είναι μια στάλα προσοχή. Και, παρακαλώ την προσοχή σας, σε καμία περίπτωση για να ακούσει τα μπράβο μας, αλλά για να μας θυμίσει ποιοι είμαστε και πού μας φτάσαμε. Άντε και κανά σιγανό χειροκρότημα μπορεί να το θελήσει. Αλλά μονάχα αυτό.
Πώς θα γίνει αυτό; Ευτυχώς συνειδητοποίησα νωρίς-νωρίς ότι όσο και να χτυπήσω, ή και να χτυπήσουμε, τις πόρτες των γραφείων δεν θα πετύχω κάτι, ακόμη κι αν τις βρω ανοιχτές. Οπότε μόνοι μας θα πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας, μόνοι μας θα ικανοποιήσουμε το αίτημά μας. -Εγένετο project δηλαδή, Στέφανε; -Ω, ναι, εγένετο project. Ας βρούμε ο καθένας τον τρόπο του, το μέσο που μας αρέσει να χρησιμοποιούμε κι ας αναπνεύσουμε ποιητικά. Οι ανάσες μας είναι ανάσες ανέχειας, ανασφάλειας, φόβου, έλλειψης...οι ανάσες μα είναι βρώμικες... Ας γίνουν και ποιητικές, έστω για λίγο. Και δεν πρέπει να λησμονούνε πως η μετάδοση της ποίησης είναι σαν μια ασίστ. Χαίρεται και αυτός που την καταγράφει και αυτός που τη λαμβάνει ως ερέθισμα. Άλλωστε, ακόμη κι αν όλα τίθενται υπό αμφισβήτηση για την αξία τους, ακόμη κι αν η ζωή εμφανίζεται βγαλμένη από σοπεναουερικό στοχασμό, η τέχνη μένει να την ομορφαίνει, να της δίνει νόημα είτε ολομόναχη είτε μαζί με άλλα πράγματα. Επιστρέφω. Σπρέι, στένσιλς, τέχνη του δρόμου, αυτοκόλλητα, μαρκαδόροι, αφίσες, ζωγραφιές. Χριστιανόπουλος, Πρεβέρ, Καβάφης, Καρούζος, Λόρκα, Αρχίλοχος, Μπουκόφσκι, Γκίνσμπεργκ. Αντιστοιχίστε ελεύθερα. Δεν ξέρω, αν είναι ξεκάθαρα κάλεσμα αυτό το κείμενο. Μάλλον είναι, αλλά και να μην υπάρξει ανταπόκριση θα μείνω να το μεγαλώνω μόνος. Έφτιαξα ήδη τα δύο πρώτα καβαφικά αυτοκόλλητα κι ανυπομονώ για τη συνέχεια. Προτείνω μάλιστα και να βγάζουμε φωτογραφίες τα ποίηματα που θα αναπαράγουμε ή θα συναντάμε και να τα δημοσιεύουμε εδώ στον εξώστη, για να δούμε ότι οι ποιητικές ανάσες όλο και συχνότερα εκπληρώνουν μια καλή εκπνοή.
Poetic Breaths λοιπόν και καλή αρχή μας εύχομαι.
21/2/10
πρωινό κυριακής
Είναι πρωί ακόμα. Βρέχει στα Γιάννενα. Βασικά, ψέματα. Μία βρέχει και μία ρίχνει χαλάζι. Τουλάχιστον σπάει και τη μονοτονία. Διαβάζω σήμερα απ' όταν ξύπνησα και άνοιξα τον υπολογιστή αποκόμματα της ιστορίας των Στέρεο Νόβα. Παλιές συνεντεύξεις του Κωνσταντίνου Β. άλλοτε στο Χρονά, άλλοτε στο Φράγκο κι άλλοτε στον Αναστασόπουλο, κριτικές του Ζήλου, άρθρα του Τσαγκαριουσιάνου. Προσπαθώ να συνθέσω συνοδεία της μουσικής τους και ζεστού γαλλικού καφέ το παζλ της Αθήνας της δεκαετίας του 90'. Πασχίζω να ζωντανέψω τη συνοικία τους, το Περιστέρι. Κάτι που πάντα στριφογύριζε στο μυαλό μου ως γλυκόπικρη υπενθύμιση της ηλικίας και εντοπιότητάς μου είναι το πόσο θα ήθελα να μεγάλωνα συγχρόνως με τους Στέρεο Νόβα σε κάποια γειτονιά της Αθήνας. Πόσο περισσότερο θα μπορούσα να συνδεθώ με την αστική ποίηση του Κωνσταντίνου Β. Πόσο περισσότερο θα έβρισκα τον εαυτό μου στα περισσότερα τραγούδια τους που αφορμώνται από στοιχεία της αστικής ζωής της πρωτεύουσας. Απ' την άλλη νιώθω κι ότι αυτό το γεγονός της χωροχρονικής απόστασης ίσως τελικά και να μεγαλώνει το δέσιμο. Η απόσταση επιτρέπει στον έρωτα να προετοιμάσει και να γλυκάνει τις ψυχές, ελαχιστοποιώντας τις πιθανότητες οδυνηρού σφάλματος. Μα τα σφάλματα είναι ωραία! Τέλος πάντων, για μένα κάπως έτσι λειτουργεί ο έρωτάς μου για τους ΣΝ. Όπως είπα, χρωστά πολλά στην απόσταση. Συνεχίζει να γρατσουνάει το παράθυρό μου μια το χαλάζι και μια η βροχή. Σκέφτομαι ότι δεν έχω πάει ποτέ στο γήπεδο με χαλάζι και περιμένω να περάσει η ώρα, να βάλω το αγριεμένο κασκόλ μου και το κυανόλευκο προσωπείο και να λάβω θέση, τη θέση "εδώ και τώρα". Σκέφτομαι ότι μπορεί και να τα έχουμε σκατώσει λίγο στις ζωές μας. Αλλά εγώ είμαι καλά, ήρεμος όσο ποτέ. Μπορεί να μην γράφω ποιήματα, αλλά σίγουρα γράφω ώρες χαράς και γαλήνης. Και δεν είχα πολλές ως τώρα. Μάλλον είχε μηδενίσει το κοντέρ. Μα και σένα καλά σε βλέπω. Δεν είσαι; Προσμένω το κάλεσμά σου, για να ενεργοποιήσω τα φίλτρα της καλής μας χημείας. Άλλωστε, γι' αυτήν ποτέ δεν αμφέβαλλα. Ήταν μια σταθερά, όπως και να το κάνουμε. Σκέφτομαι...Γιατί να μας αρέσουν τα λυπητερά τραγούδια και γιατί ο Morissey να έχει τόσο σπαραχτική φωνή; Δεν είμαι σίγουρος για ποιο πράγμα έχω περισσότερη διάθεση. Μπορώ σίγουρα να αφιερώσω χρόνο στη μελέτη, στο διάβασμα, στο οτιδήποτε έκανα πάντα και έγινε συνήθειο. Όλα αυτά όμως, αφού πρώτα σε χορτάσω. Ειδάλλως νιώθω πως δεν μπορώ να σταθώ πουθενά, να συγκεντρωθώ, να γίνω αποδοτικός. Πρέπει να γεμίσω με τη φαιά ουσία που μου προσφέρει η αγάπη μας και μετά να την καταναλώσω με λαιμαργία. Ξέρω ότι θα είσαι εκεί για μένα, ώστε οι μπαταρίες μου θα είναι πάντοτε ανανεώσιμες. Δεν ξέρω γιατί γράφω αυτές τις λέξεις. Κι ακόμη περισσότερο, δεν ξέρω γιατί δεν γράφω συχνότερα τέτοιες λέξεις. Για το μόνο που είμαι σίγουρος όμως είναι ότι με ευχαριστεί κι ότι άπαξ και πιάσω το πληκτρολόγιο κι αρχίσω να βουτώ στα βάθη και στα τρίσβαθα και να βγαίνω με ένα νέο κάθε φορά συνειρμό η ροή των λέξεων γίνεται το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. Περνά η ώρα. Πρέπει να βάλλω κι άλλη μουσική. Γιατί γράφω το βάλλω με δύο λάμδα; Με έχουν πλήξει τα αρχαία μου φαίνεται και είναι απόλυτη ανάγκη να ξεμπλέξουμε τα μπούτια μας. Τι να ακούσω; Μετά τους ΣΝ συνήθως στέκομαι αμήχανος απέναντι στις δυνατότητές μου. Τι να κάνω που το φυσικότερο πράγμα μου μοιάζει να συνεχίσω και να συνεχίζω με ΣΝ; Μπα, these new puritans για τώρα, ευχάριστη ανακάλυψη δια μέσου στερεο-φονικών και Δ.Αναστασόπουλο. Σας χαιρετώ και σας φιλώ. Θα επανέλθω σύντομα με μια ιδέα και μια ελπίδα...
14/2/10
heligoland νο.1
Καθώς κυλά και το τελευταίο τραγούδι του heligoland, του νέου φρεσκότατου δίσκου δηλαδή των massive attack, λίγα πράγματα έχω κρατήσει απ΄την πρώτη ακρόαση. Δεν πιστεύω να ήταν παραπάνω από δυο-τρία τα κομμάτια που με ανάγκασαν να ανατρέξω στους τίτλους, να τσεκάρω τους συντελεστές και τα ρέστα. Ίσως να φταίει που είναι και η πρώτη ακρόαση. Μακάρι. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής όλο το διάστημα της αναμονής (όντως αναμονής διότι μου αρέσουν πολύ) αναρωτιόμουν, αν μπορούν ακόμη να γράφουν καλή μουσική ή έχουν ξοφλήσει. Και για να βγάλω όλα τα άπλυτα της ακρόασης αυτής στη φόρα, το ίδιο δίλημμα τριβέλιζε το μυαλό μου και μπλεκόταν στα αισθητήρια του γούστου μου όσο εξελισσόταν η μουσική αλληλουχία. Δεν ξέρω. Ένιωθα ότι κάποτε με ικανοποιούσε αυτό που άκουγα και κάποτε πως τραβούσα από τα μαλλιά κάθε αξιολογική κρίση, για να τους δικαιώσω. Μπορεί να είναι και αναπόφευκτο, όταν πρόκειται για έναν καλλιτέχνη της προτίμησής μας, ή μπορεί απλώς να μην είμαι καθόλου αυστηρός με όσα αγαπώ, ή έστω εκτιμώ ότι έχω αισθανθεί εξαιτίας τους ένα ουράνιο τόξο συναισθημάτων. Τελικά στέρεψαν; Κάθε άλλο, νομίζω, αν και θα βεβαιωθώ με τις επόμενες ακροάσεις. Μόνο που έχουν αδύναμες στιγμές και μόνο που το blue lines, είτε βρίσκεται σε θέση οδηγού και το καταδιώκουν να το φτάσουν και να το ξεπεράσουν είτε αυτό τους κυνηγά, σίγουρα φιλτράρει κάθε μετέπειτα πόνημά τους και το βάζει σε μια άδικη σύγκριση. Θα ακουστεί κοινότυπο, αλλά ως άκουσμα από μια νέα μπάντα θα με ενθουσίαζε. Τώρα όλα είναι διαφορετικά. Οι απαιτήσεις δεν φορτώνουν μόνο τις πλάτες του μουσικού μα και του ακροατή.
νέος δίσκος προς ακρόαση, το jeopardy των sound, τέλος χρόνου για τους massive attack, για σήμερα...
11/2/10
post-punk τζούρα
So many feelings
end up in here
left so alone I'm with
oh, an atmoshere
I'm sick and I'm tired
of reasoning
just want to break out
shake off this skin
I can't escape myself
All my problems
lume larger than life
I can swallow another slice
Seems like my shadow
marks every strike
can't learn to live with
what's trapped inside
I can't escape myself
So many feelings
end up in here
left so alone I'm with
oh, an atmoshere
I'm sick and I'm tired
of reasoning
just want to break out
shake off this skin
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










